θηρῶ

θηρῶ
θηράω
hunt
pres imperat mp 2nd sg
θηράω
hunt
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
θηράω
hunt
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
θηράω
hunt
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
θηράω
hunt
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic)
θηράω
hunt
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • θηρώ — θηρῶ, άω (Α) 1. κυνηγώ ή καταδιώκω άγρια ζώα, και συν. με τη σημ. τού συλλαμβάνω 2. (για ανθρώπους) συλλαμβάνω, καταλαμβάνω 3. αιχμαλωτίζω με τον τρόπο μου, με τα λόγια μου 4. μτφ. κυνηγώ, επιδιώκω, ζητώ να βρω κάτι 5. επιζητώ, προσπαθώ να κάνω… …   Dictionary of Greek

  • Θηρῶ — Θηρώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Θηρώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηρώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θήρω — Θήρης masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήρω — θηρίον wild animal masc nom/voc/acc dual θηρίον wild animal masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηροῦς — Θηρώ fem nom/voc pl Θηρώ fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηροῖν — Θηρώ fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηρῶσι — Θηρώ fem dat pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηρῶσιν — Θηρώ fem dat pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ПТОЛЕМАИДА —    • Ptolemaïs,          Πτολεμαΐς. Из множества городов с этим именем, особенно в Египте, основанных здесь Птолемеями, следует упомянуть:        1. город в Финикии, иначе Ака, в 32 милях к югу от Тира, при море, с времен Клавдия римская… …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”